Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα κορίτσι ξεχωριστό. Το όνομά της ήταν Μαρία η Γενναία Καρδιά.
Μέσα της έκρυβε μια δύναμη που λίγοι μπορούσαν να δουν. Το χαμόγελό της έμοιαζε με ήλιο και η αγκαλιά της είχε τη ζεστασιά του πιο όμορφου καλοκαιριού.
Όμως, μια μέρα, στον ουρανό της ζωής της εμφανίστηκε κάτι παράξενο… ένας μεγάλος, σιωπηλός, Άσπρος Κακός Δράκος.
Δεν έμοιαζε με τους δράκους των παραμυθιών που βγάζουν φωτιές. Αυτός ήταν διαφορετικός. Ήταν παγωμένος, κουρασμένος και προσπαθούσε να κλέψει τη δύναμη της Μαρίας μας.
Η Μαρία φοβήθηκε… αλλά μόνο για μια στιγμή, γιατί θυμήθηκε κάτι πολύ σημαντικό, ότι δεν ήταν μόνη της.
Δίπλα της στάθηκαν αμέσως οι δύο πιο γενναίοι άνθρωποι του κόσμου, οι γονείς της. Ήταν οι Φύλακες της Αγάπης και η αγάπη τους ήταν σαν ασπίδα που δεν έσπαγε ποτέ.
Και τότε εμφανίστηκαν και οι Μαγικοί Βοηθοί.
Ήταν άνθρωποι με φωτεινά μάτια και σοφά χέρια. Κάθε τους πράξη είχε μέσα της λίγη μαγεία: φάρμακα που έμοιαζαν με φίλτρα δύναμης, μηχανήματα που άστραφταν σαν αστερόσκονη, και λόγια που έδιναν κουράγιο.
«Μαρία η Γενναία Καρδιά», της είπαν, «ο δράκος αυτός είναι δυνατός… αλλά όχι πιο δυνατός από σένα».
Κι έτσι ξεκίνησε η μεγάλη μάχη.
Δεν ήταν μια μάχη με σπαθιά και ασπίδες.
Ήταν μια μάχη με υπομονή, δάκρυα, αγκαλιές και ελπίδα.
Υπήρχαν μέρες δύσκολες, που ο Άσπρος Κακός Δράκος προσπαθούσε να γίνει πιο δυνατός, αλλά κάθε φορά, η Μαρία στεκόταν όρθια.
Κάθε χαμόγελό της τον έκανε πιο μικρό.
Κάθε αγκαλιά από τους γονείς της τον αποδυνάμωνε.
Κάθε βοήθεια από τους Μαγικούς Βοηθούς τον έκανε να τρέμει.
Και σιγά σιγά… κάτι άρχισε να αλλάζει.
Ο δράκος άρχισε να μικραίνει. Η δύναμή του λιγόστευε. Το άσπρο του χρώμα ξεθώριαζε, σαν σύννεφο που το παίρνει ο άνεμος.
Μέχρι που, μια μέρα… η Μαρία στάθηκε στο κέντρο της καρδιάς της, κοίταξε τον δράκο και είπε: «Δεν σε φοβάμαι πια. Το φως μου είναι πιο δυνατό από σένα».
Και τότε έγινε το θαύμα.
Ο Άσπρος Κακός Δράκος διαλύθηκε σε χιλιάδες μικρές λάμψεις… και χάθηκε για πάντα.
Η Μαρία είχε νικήσει.
Οι γονείς της την αγκάλιασαν σφιχτά, με δάκρυα χαράς και από εκείνη τη μέρα, σε όλο το βασίλειο λεγόταν μια ιστορία για ένα κορίτσι που δεν λύγισε.
Για μία Καρδιά που δεν σταμάτησε να ελπίζει.